Lyrics: Giannis
Miliokas
Music: Giannis
Miliokas
I'll sing you a song as the water (flows)
for those
who fought and they still withstand
I should had wrote this song a long time
ago
therefor I humbly ask your forgiveness
In a small clinic of the
neighborhood
I went for some radiographs
people I saw of an older
generation
waiting for the doctor's instructions
It was quiet as if
I walked into the church
and all of them were of my father's age
My old
man has died a long time ago
but he had the time to enjoy three
grandchildren
covertly I took a quick glance
such a misery I'd never
seen
and all those forgotten old age
they must be "war disabled", I
thought
One was with a missing leg..
One other had his hand tied and
he was in pain
The third wore a neck collar
and another one was carrying
his old lady
My mind flew to my father, again
when he was telling me
Stories at night
as it is now I remember him in (inner) pain
speaking for
the dead and the wounded (warriors)
And all these for my freedom...
They had experienced years of occupation and tyranny (WW2)
they were
girls and beardless boys..
but they were fighting on the mountains of Albania
(1941)
They had gave me a free life (freedom)
and what I was (am) I
owed it to them
And they were so simple (humble) in their old age
They
neither wore medals or fancy clothes (luxury)
Honest People without ego
even if during the war they had lost everything
with a smile and a
little respect
all what they had pass through they could had
forgot..
I felt suddenly a great shame
I bent down and I lost my
words (speech)
Tears came (in my eyes) and I held myself (not to
cry)
Thank god I had with me my sunglasses
I'll sing you a song as the
water (flows)
for those who fought and they still fighting
I should had
wrote this song a long time ago
therefor I humbly ask your forgiveness
Ένα τραγούδι θα σας πω σαν το νερό
γι όσους πολέμησαν κι αντέχουνε
ακόμη
θα πρεπε να το είχα γράψει από καιρό
γι αυτό και πρώτα ταπεινά ζητώ
συγγνώμη
Σε ένα ιατρείο μικρό της γειτονιάς
πήγα να βγάλω κάτι
ακτινογραφίες
κι είδα ανθρώπους μιας παλιότερης γενειάς
που περιμέναν του
γιατρού τις οδηγίες
Είχε ησυχία λες και μπήκα σε ιερό
κι είχανε όλοι
του πατέρα μου τα χρόνια
ο γέρος μου έχει πια πεθάνει από καιρό
μα είχε
προλάβει να χαρεί τρία εγγόνια
Με τρόπο έριξα μια γρήγορη ματιά
τέτοιο
κατάντημα δεν είχα δει ποτέ μου
κι όλα αυτά τα ξεχασμένα γηρατειά
θα είναι
σκέφτηκα ανάπηροι πολέμου
Ο ένας είχε το ένα πόδι του λειψό
άλλος το
χέρι του δεμένο και πονούσε
ο τρίτος φόραγε κολάρο στο λαιμό
κι ένας
άλλος την κυρά του κουβαλούσε
Ο νους μου πήγε στον πατέρα μου
ξανά
τότε που μου έλεγε τα βράδια ιστορίες
σαν να είναι τώρα τον θυμάμαι
να πονά
και να μιλάει για νεκρούς και τραυματίες
Κι όλοι αυτοί για
την δική μου λευτεριά
έζησαν χρόνια κατοχής και τυραννίας
ήταν κορίτσια
και αμούστακα παιδιά
και πολεμούσαν στα βουνά της Αλβανίας
Μου είχαν
χαρίσει μια ελεύθερη ζωή
κι ότι κι αν ήμουν σε εκείνους το χρωστούσα
κι
ήτανε μες τα γηρατειά τους τόσο απλοί
ούτε παράσημα φορούσαν ούτε
λούσα
Πρόσωπα τίμια χωρίς εγωισμό
κι αν μες το πόλεμο τα πάντα είχαν
χάσει
με ένα χαμόγελο και λίγο σεβασμό
όλα όσα τράβηξαν θα τα είχανε
ξεχάσει
Ένιωσα ξάφνου μια τεράστια ντροπή
έσκυψα κάτω και είχα χάσει
την μιλιά μου
μου ήρθανε δάκρυα και κρατήθηκα πολύ
και ευτυχώς που είχα
μαζί μου τα γυαλιά μου
Ένα τραγούδι θα σας πω σαν το νερό
γι όσους
πολέμησαν και πολεμούν ακόμη
θα πρεπε να το είχα γράψει από καιρό
γι αυτό
και πάλι ταπεινά ζητώ συγγνώμη